Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χερία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮερία Προφορά: σερία
  1. η χήρα γυναίκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια