Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσετρεφίλτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ετρεφίλτς Προφορά: τσετρεφίλτς
  1. ανάποδος, δύσκολος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παραδείγματα:
    1) Τσ̌ετρεφίλ’κον έν’ η Τριτ’, μ’ αρχινάς τρανόν δουλείαν.
    2) Είχͮεν κακέσα και τσ̌ετρεφίλτσαν γαρήν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια