Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στραβομύτς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στραβομύτ'ς Προφορά: στραβομύτς
  1. 1) αυτός που έχει στραβή μύτη 2) πουλί όμοιο με τον κορυδαλλό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια