Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στοχεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στοχεύω Προφορά: στοχεύω
  1. παρατηεώ προσεκτικά, φροντίζω με προσοχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη στόχος= σημείο σκόπευσης

Παρατηρήσεις - Σχόλια