Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στομώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στομώνω Προφορά: στομώνω
  1. ακονίζω 1) φράζω το στόμιο 2) φτάνω ή προβάλλω στο στόμιο 3) τροχίζω όργανο κοφτερό 4) εξασθενίζω την κόψη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα στομώ= φράζω το στόμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια