στομολόϊ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στομολόι
Προφορά: στομολόι
-
μάτιασμα
η κατάκριση και η καταλαλιά ή και ο έπαινος και θαυμασμός κάποιον που προκαλούν και τα δύο, επειδή προέρχεται από φθόνο, βλάβη στο πρόσωπο που κουβεντιάζεται
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης