Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στομολογώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στομολογώ Προφορά: στομολογώ
  1. μιλάω για κάποιον με θαυμασμό για τα προτερήματά του και από φθόνο του προκαλώ ζημιά, τον βασκαίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια