Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στόμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στόμαν Προφορά: στόμαν
  1. 1) το στόμα του ανθρώπου ή του ζώου 2) στομιο δοχείου 3) εκβολή ποταμού 4) κόψη κοφτερού οργάνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη στόμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια