αντράδελφος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αντράδελφος , 2. αντράδελφον
Προφορά: αντράδελφος
-
κουνιάδος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κουνιάδος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
κουνιάδος
ο αδελφός του άντρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης