Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σπαρέλ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σπαρέλ'
Προφορά: σπαρέλ
σαλιαρίστρα
γυναικείος στηθόδεσμος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το μεσαιωνικό σπαρέλιον ή σπαλέριον
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
κουμποσπάλερον (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
σπαλέρ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια