Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σακκούλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σακκούλα Προφορά: σακκούλα
  1. σακκίδιο σακκουλάκι για χρήματα ή καπνό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια