Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σακκούλα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σακκούλα
Προφορά: σακκούλα
σακκίδιο
σακκουλάκι για χρήματα ή καπνό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
καπνοσάκουλον (το)
καπνοσακκούλα (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια