Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταυρός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σταυρός Προφορά: σταυρός
  1. σταυρός, θρησκεία 1) το σημείο του σταυρού 2) σημαία χριστιανικού κράτους άσχετα προς το ζήτημα αν έχει παράσταση σταυρού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη σταυρός=πάσαλος

Παρατηρήσεις - Σχόλια