Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σταυροκέρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σταυροκέρ'
Προφορά: σταροκέρ
ζώο που έχει σταυροειδή κέρατα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από τα συνθετικά σταυρός+κέρας
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια