Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταυραετός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σταυραετός Προφορά: σταυραετός
  1. είδος αετού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια