Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταλιχώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σταλιχώνω Προφορά: σταλιχώνω
  1. με μεγάλες βέργες τεντώνω το δέρμα νεοσφαγμένου ζώου για να μη σουφρώσει από την ατμοσφαιρική επίδραση(στάλιξ) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια