Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σταλιχώνω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: σταλιχώνω
Προφορά: σταλιχώνω
με μεγάλες βέργες τεντώνω το δέρμα νεοσφαγμένου ζώου για να μη σουφρώσει από την ατμοσφαιρική επίδραση(στάλιξ)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια