Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζούξιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζ̌ούξιμον Προφορά: τζούξιμον
  1. πόνος, τσούξιμο, λύπη, οίκτος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια