τζουντζουρούκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τζουντζουρούκ'
Προφορά: τζουντζουρούκ
-
1) κοντάρι με το οποίο ρυθμίζουν τη θέση των καιόμενων ξύλων του φούρνου
2) μακρύς κορμός δέντρου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης