Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σωρόλιθος (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σωρόλιθος
Προφορά: σωρόλιθος
1) σωρός από πέτρες 2) μέρος γεμάτο από μαζεμένες πέτρες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια