Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σωρεντέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σωρεντέρ' Προφορά: σωρεντέρ
  1. φτυάρι με το οποίο μαζεύουν και πετούν το χιόνι από τη στέγη σπιτιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια