Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σωρεμάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σωρεμάτ' Προφορά: σωρεμάτ
  1. για καρπό, ό,τι συλλέγεται πάνω στο δέντρο και όχι από τη γη, με ραβδισμό/ για γάλα, ό,τι συλλέγεται σιγά σιγά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια