Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αβουκάτος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αβουκάτος Προφορά: αβουκάτος
  1. δικηγόρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    λατινική

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Τ' εύκαιρον το μαγαζίν έτονε τ' αβουκάτονος.

  2. συνήγορος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια