Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στάζω Προφορά: στάζω
  1. βρέχω χύνω ή αφήνω να περάσει υγρό κατά σταγόνες/περνάω κατά σταγόνες(για οικοδομές) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα στάζω=χύνω κατά σταγόνες

Παρατηρήσεις - Σχόλια