Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στάδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στάδ' Προφορά: στάδ
  1. χιονοστιβάδα που αποσπάται και κατεβαίνει σε κατηφορικό έδαφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη στάδιον=τόπος ανοιχτός και επίπεδος κατάλληλος για αγώνες

Παρατηρήσεις - Σχόλια