Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανοίγω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοίγω Προφορά: ανοίγω
  1. ανοίγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Τ' έναν ανοίγει και εμπαίν' τ' άλλ' ασπαλεί και πάει. (ανοίγω)
    2) Ανοίγω χαρτίν.
    3) Ανοί' λουτρόν. (Καταβάλλει τα έξοδα του λουτρού της νύφης), (Ιδίωμα: Κερασούντος)
    4) Ανοίγω σινίν. (Παραθέτω τραπέζι)
    5)Πολλά μ' ανοίεσαι, καίει σε ο ήλεν. (Λέγεται για κείνην που ανοίγει το στήθος για να δουν τα κάλλη της), (Ιδίωμα Σταυρίου)
    6) Ελάδ' αν έν' ανοίεται, νερόν αν έν' τσουρούται. (ανοίουμαι, απλώνω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια