Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άβρωτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άβρωτος Προφορά: άβρωτος
  1. αφάγωτος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο άβρωτος

    Ιδίωμα:
    Οινόης

  2. ο μη φαγώσιμος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. άνοστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) ακατάλληλος για φάγωμα
    2) ο μη φαγώσιμος

  4. αγέρωχος, μεγαλοπρεπής Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια