Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λυχναροστάτε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λυχναροστάτε Προφορά: λυχναροστάτε
  1. στήριγμα του λυχναριού, μέρος όπου αφήνεται το λυχνάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια