Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λυτρωμονή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λυτρωμονή Προφορά: λυτρωμονή
  1. λυτρωμός, ελευθέρωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια