Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λυπίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λυπίζω Προφορά: λυπίζω
  1. προκαλώ λύπη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    παθητική λυπίουμαι= αισθάνομαι λύπη, λυπάμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια