Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναφουντουριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αναφουντουρά̤ζω Προφορά: αναφουντουριάζω
  1. ανανεώνω, αναζωογονούμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

    Παράδειγμα:
    Ας πάμε οσήμερον λούσκουμες και αναφουντουρά̤ουμες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια