Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στερνόφως (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στερνόφως Προφορά: στερνόφως
  1. το στερνόφως πριν το χάραμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια