Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στερεώνω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: στερεώνω
Προφορά: στερεώνω
στερεώνω, σταθεροποιώ, σταματώ, παύω, καθησυχάζω, καταπραΰνω, αποκαθιστώ
τακτοποιούμαι στάθερα, μένω σταθερά, γίνομαι προσεκτικός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια