Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στερεά (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στερεά
Προφορά: στερεά
στεριά, ξηρά, αντοχή, ηρεμία, ανάπαυση, ησυχία, σταμάτημα
μέρος ασφαλές, ηθικό στήριγμα (για προσφιλές πρόσωπο)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια