Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στέξιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στέξιμον Προφορά: στέξιμον
  1. παραμονή το να στέκεται κάποιος αργός, χωρίς να κάνει τίποτε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια