Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στεναχορεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στεναχορεύκουμαι Προφορά: στεναχορεύκουμαι
  1. στενοχωριέμαι, αγανακτώ, αποστρέφομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια