Ερμηνεία: άλλαγος, χωρίς ν' αλλάξει ρούχα
Προέλευση: Από το στερητικό α και το αλλάζω
Παράδειγμα: Ανάλλαγος θα γυναικίζω;
Επίρρημα: άλλαγα
Αρσενικό: Ενικός: ανάλλαγος Πληθυντικός: ανάλλαγοι
Θηλυκό: Ενικός: ανάλλαγος Πληθυντικός: ανάλλαγοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανάλλαγον Πληθυντικός: ανάλλαγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.