Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στείρεμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στείρεμαν
Προφορά: στείρεμαν
στέρηση, φτώχεια
στείρευση γαλακτοφόρου ζώου, στείρευση πηγής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια