Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στεγνώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στεγνώνω Προφορά: στεγνώνω
  1. 1) βάζω στον ήλιο ή στον αέρα κάτι για να φύγει η υγρασία του 2) σταματώ να προσφέρω γάλα (για αγελάδα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια