Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σούφρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σούφρα Προφορά: σούφρα
  1. πτύχωση, ρυτίδα, κλέψιμο ο ελαστικός λαιμός της κάλτσας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    Λατινική,από τη λατινική λέξη su(p)pla=πτύχωση

Παρατηρήσεις - Σχόλια