Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιφτίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. λιφτίζω , 2. λειφτίζω Προφορά: λιφτίζω
  1. χαριεντίζομαι δεν συμπεριφέρομαι με όση πρέπει σοβαρότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια