Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιπαρός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: λιπαρός Προφορά: λιπαρός
  1. παχύς αυτός που έχει πολύ λίπος, τα λιπαρά = φαγητά λιπαρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια