Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμάν [Επίρρημα, Σύνδεσμος]

Γραφή στην Ποντιακή: αμάν Προφορά: αμάν
  1. αμέσως, περίπου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Αμάν εσ'κώθα κι έτρεξα.
    2) Ο ήλεν αμάν αμάν έναν ζυγονέαν εσκώθεν. (περίπου, Ιδίωμα: Τσίτης)

  2. αμέσως έκφραση δυσαρέσκειας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παραδείγματα:
    1) Αμάν εντόκες 'κ' έρθες. (αμέσως)
    2) Αμάν μετ' εσέν τον άρθρωπον. (έκφραση δυσαρέσκειας)

    Σύνδεσμος:
    χρονικός

  3. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια