Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τερτίπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τερτίπ' Προφορά: τερτίπ
  1. τέχνασμα για ευόδωση υπόθεσης ή για εξαπάτηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη tertib= σχέδιο, σκοπός

  2. σχέδιο, μέθοδος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια