Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τερμονέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τερμονέα Προφορά: τερμονέα
  1. γκρεμός μέρος πέραν του οποίου δεν μπορεί να βαδίσει κάνεις Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη τερμόνιος= αυτός που βρίσκεται προς το τέρμα του δρόμου

Παρατηρήσεις - Σχόλια