Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πυκνοβρέχ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πυκνοβρέχ' Προφορά: πυκνοβρέχ
  1. βρέχει συχνά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    απρόσωπο ρήμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια