Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο άβρωτος
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Άνοστος κι αβρωτός.
Αρσενικό: Ενικός: ο αβρωτός Πληθυντικός: οι αβρωτοί
Θηλυκό: Ενικός: η αβρωτέσα / αβρωτός Πληθυντικός: οι αβρωτοί
Ουδέτερο: Ενικός: το αβρωτόν Πληθυντικός: τα αβρωτά
Σχόλιο: όχι εύχρηστο σε όλους τους τύπους, αναλογικός σχηματισμός. Επικρατεί το ουδέτερο γένος.