Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συχαρίασμαν [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συχαρίασμαν Προφορά: συχαρίασμαν
  1. η αναγγελία σε κάποιον ευχάριστου γεγονότος ή άφιξης ξενιτεμένου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια