Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ας σ’ ουράδ’ σκούται. (είναι πολύ άρρωστος, έχει μεγάλη ανάγκη, είναι πολύ φτωχός)
2) Τ’ ουράδ’ν ατ’ παντού βάλλ’. (ανακατώνεται σε όλα)
3) Τικεύ’ τ’ ουράδ’ (πεθαίνει, πιάνεται από οίστρο)
4) Σκών’ τ’ ουράδ’ (για κείνον που έχει προκλητικές ερωτικές διαθέσεις, Ιδίωμα: Σταυρί)
5) Απ’ οπίσ’-ι-μ’ ουράδ’ ’κί βάλλω. (δεν θέλω να μ’ ακολουθήσεις)
Ιδίωμα:
Κοτυώρων
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό ουρά
Υποκοριστικό:
ουράδιον
ουράδ(ι)