Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουράδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ουράδ' Προφορά: ουράδ
  1. ουρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ας σ’ ουράδ’ σκούται. (είναι πολύ άρρωστος, έχει μεγάλη ανάγκη, είναι πολύ φτωχός)
    2) Τ’ ουράδ’ν ατ’ παντού βάλλ’. (ανακατώνεται σε όλα)
    3) Τικεύ’ τ’ ουράδ’ (πεθαίνει, πιάνεται από οίστρο)
    4) Σκών’ τ’ ουράδ’ (για κείνον που έχει προκλητικές ερωτικές διαθέσεις, Ιδίωμα: Σταυρί)
    5) Απ’ οπίσ’-ι-μ’ ουράδ’ ’κί βάλλω. (δεν θέλω να μ’ ακολουθήσεις)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

  2. ουρά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ουρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ουρά

    Υποκοριστικό:
    ουράδιον

    ουράδ(ι)

  4. ουρά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια