Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στυχαριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στυχαρά̤ζω Προφορά: στυχαρεάζω
  1. συγχαίρω κάποιον πρώτος αναγγέλλοντας την άφιξη ξενιτεμένου ανθρώπου του σπιτιού, εν γένει συγχαίρω κάποιον αναγγέλλοντας σ' αυτόν ευχάριστο γεγονός, συγχαίρω κάποιον με ευχάριστη είδηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια