Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συντροφιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συντροφά̤ζω Προφορά: συντροφεάζω
  1. συντροφεύω κάνω συντροφιά δύο ή περισσότερων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια