Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συντρομάζ [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συντρομάζ' Προφορά: συντρομάζ
  1. έχω ρίγη, ανατριχίλες, πυρετό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλια:
    τριτόκλιτο ουσιαστικό

Παρατηρήσεις - Σχόλια